
Το μόνο σίγουρο είναι το πάνω. Πριν από λίγο το συνειδητοποίησα. Όπως δεν ξέρω ποιο μέρος απεικονίζει η φωτογραφία που σκάναρα από ένα περιοδικό το οποίο δε διευκρίνιζε τίποτα, έτσι δεν ξέρω και πού θα βρίσκομαι το χειμώνα. Σίγουρα πάντως θα αντικρύζω θάλασσα.
Το συνειδητοποίησα τη μέρα που μας πέρασε, καθώς περίμενα μήπως βγουν τα αποτελέσματα. Ομολογώ πως ένιωθα γελοία και κακώς σφίχτηκε το στομάχι μου αλλά πραγματικά τότε συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω πού πάω. Κι αφού δεν ξέρω το μέλλον είναι μετέωρο και το παρόν. Για την ακρίβεια, το παρόν είναι ανύπαρκτο καθότι μη βιώσιμο.
Και το βράδυ, καθώς ξάπλωνα, κοίταξα για λίγο το δωμάτιο. Το φαντάστηκα όπως το είχα παλιά περιποιημένο. Σκέφτηκα πως, πάει, θα το αφήσω. Και πού θα πάω;, ήταν η επόμενη σκέψη.
Κάνω μια παράκληση. Αν δεν είμαι διοριστέα, τότε να με πάρουν ωρομίσθια και σε δημοτικό και σε γυμνάσιο και φυσικά να με καλέσουν νωρίς το αργότερο 15 Σεπτεμβρίου. Σε περίπτωση που δεν είμαι διοριστέα, τότε να συγκεντρώσω πολλά μόρια και να διοριστώ με το 40% του χρόνου το καλοκαίρι. Ή ΦΈΤΟΣ Η ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΜΟΝΙΜΗ’ ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ.
Είναι περίεργες οι μέρες λόγω της αναμονής των αποτελεσμάτων. Το μόνο στέρεο που έχω είναι το γυμναστήριο. Το μόνο πράγμα που με κρατάει σ’επαφή με τον εαυτό μου και τη ζωή. Πήγα λοιπόν και σήμερα στο γυμναστήριο και έκανα και την κλασική μου βόλτα στην παραλία κατά την επιστροφή. Μέσα μου κυριαρχούσε το ότι θα φύγω κι ήταν ένα “θα φύγω” πιο αόριστο και σχεδόν αβέβαιο από οτιδήποτε άλλο. Είναι όμως βέβαιο ότι θα φύγω και θα αποχωριστώ τον τόπο μου. Σκέφτηκα να τον κοιτάξω για να τον χορτάσω. Συνειδητοποίησα δε ότι, αν υπάρχει κάτι που να με δένει με τη Θεσσαλονίκη, αυτό είναι οι αναμνήσεις κι όχι ο παρόν χρόνος. Δεν υπάρχει τίποτα και κανείς που να με δένει με την πόλη μου, που να με κρατάει εδώ. Ούτε καν οι γονείς μου. Ίσα ίσα μάλιστα η απόσταση μπορεί και πρέπει να με συνηθίσει στην απουσία τους, προετοιμάζοντάς με για το θάνατό τους.
Και τώρα που γράφω αυτά συνειδητοποιώ και κάτι άλλο. Πως δεν πρέπει να με πιάσει νοσταλγία στο μέρος που θα πάω. Εκεί που θα πάω πρέπει να μου πάνε όλα καλά, να αγαπηθώ, να στεριώσω και να γίνει εκείνο το μέρος πατρίδα μου. Θα βοηθήσει πολύ το να αγαπηθώ με έναν ντόπιο και να είναι αυτός ο άνθρωπός μου. Από το πρώτο εξάμηνο, αν γίνεται.
Κι ενώ ο χρόνος αργεί, ταυτόχρονα πλησιάζει κι αυτό γιατί ωριμάζει η όλη νέα κατάσταση στο μυαλό μου. Τώρα συνειδητοποιώ ή νομίζω πως έτσι κάνω τι εννοούσε η Νατάσα, όταν μου είπε να φύγω και να κάνω ένα νέο ξεκίνημα στο νησί. Της φαινόταν πολύ εύκολο. Το ίδιο εύκολο και μάλιστα όμορφο φάνηκε στον Μηνά. Άραγε τους μετέδιδα το μετέωρο της ζωής μου, το βάλτωμα της ζωής μου; Να, αυτό συνειδητοποίησα πάλι απόψε.
Κι άραγε…εγώ γιατί φεύγω τόσο εύκολα; Είναι όντως γιατί φοβάμαι μήπως χάσω τη σειρά μου στον πίνακα ωρομισθίων της κεντρικής Μακεδονίας; Ναι, σίγουρα είναι αυτό αλλά τελικά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κι ότι, αν δε με πάρουν ωρομίσθια, θα βαλτώσω, δεν έχω τίποτε άλλο. Δεν έχω μέλλον εδώ. Κι έχω στο νησί; Ναι, μάλλον έτσι ελπίζω. Και θα είναι πολύ ωραίο αν από την Άνοιξη βρω δουλειά είτε σε ξενοδοχείο είτε σε τουριστικό γραφείο. Και, ξαναλέω, να βρω και τον άνθρωπό μου. Είμαι μόνη και θέλω τρυφερότητα, θέλω το σύντροφό μου, τον άνθρωπό μου. Για πάντα, για το υπόλοιπο της ζωής μου.











