Φοβάμαι είναι η αλήθεια να γράψω δημόσια. Θα γράψω.
Έχουμε 21 Ιουνίου, νομίζω η μεγαλύτερη ημέρα του καλοκαιριού και μετά η νίκη της νύχτας.
Βαριέμαι. Βαριέμαι να περιμένω. Περιμένω. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού.
Άλλη μια φορά η ζωή είχε τον πρώτο λόγο κι έτσι άλλαξαν πάλι τα σχέδιά μου. Ήξερα πέρυσι τέτοιο καιρό πως το Σεπτέμβριο θα πήγαινα σε νησί; Δεν το ήξερα. Ήξερα το χειμώνα ότι θα έπρεπε να περιμένω το Σεπτέμβριο για να φύγω από αυτό το σπίτι; Νόμιζα, για την ακρίβεια ήμουν αισιόδοξη, ότι αρχές Ιουλίου το αργότερο θα μετακόμιζα.
Ο διαγωνισμός, αργότερα η αβεβαιότητα των αποτελεσμάτων κι ο ενδόμυχος φόβος της αποτυχίας, φόβος που όμως πρέπει να πάρω σοβαρά ως ενδεχόμενο, με κρατούν εδώ και θέτουν ως προαπαιτούμενο, σε περίπτωση αποτυχίας, τη μετάβασή μου στο νησί.
Μέσα μου πιστεύω ότι θα είμαι διοριστέα αλλά με αυτό το διαγωνισμό ποτέ δεν ξέρεις. Κι έτσι παίρνω τα μέτρα μου.
Ο διορισμός με απασχολεί εξίσου με το σπίτι ή το να αλλάξω σπίτι με απασχολεί εξίσου με το διορισμό. Το σπίτι γενικά για’μένα σημαίνει πολλά κι ίσως γι’αυτό να έχω δώσει την ίδια αξία σε αυτά τα δύο.
20 χρόνια περιπλάνησης και τα τελευταία 9 σε αυτό το σπίτι. Είναι άθλιο αυτό το σπίτι και καμιά φορά το βλέπω ως αποτυχία. 20 χρόνια και δεν μπόρεσα να μου εξασφαλίσω κάτι καλύτερο; Δε θέλω να το αναλύσω παραπάνω αυτό. Κρατώ το ότι φέτος θα φύγω από αυτό το σπίτι. Ζωντανή ή νεκρή θα φύγω.
Θα περίμενα να νιώθω ένα συναισθηματικό δέσιμο. Προς το παρόν δε νιώθω. Ένα περίεργο πράγμα αλλά δε νιώθω γενικά τίποτα’ ούτε καν φόβο για το άγνωστο μέρος όπου θα πάω. Ίσως να υπάρχει μια ανακούφιση που δε θα ζω πλέον σε τέτοιες συνθήκες. Η αλήθεια πως το χειμώνα αυτές τις συνθήκες προσπάθησα να τις δω κάπως ρομαντικά με το σκεπτικό ότι “κάποιοι άνθρωποι βολεύονται έτσι. Αυτοί είναι οι φτωχοί”. Το σκέφτηκα αυτό καθώς κοιτούσα μια πολυκατοικία στη συμβολή Τσιμισκή – Φιλικής Εταιρείας. Η πολυκατοικία αυτή μου φάνηκε χειρότερη από τη δική μου.
Το πόσο σε άθλια κατάσταση είναι το σπίτι μου το διαπιστώνω με το πέρασμα του καιρού. Τις προάλλες, για παράδειγμα, που έβρεξε… Το ταβάνι στο χολ ήταν σαν να είχε μια βρύση. Από την αρχή αυτό το ταβάνι έσταζε κι ο νοικοκύρης είχε κάνει κάτι για να το επισκευάσει ή τέλος πάντων για να εμποδίσει το νερό της βροχής να μπαίνει μέσα (“το πλαστικό που έβαλα το έχουν για να σκεπάζουν τις βάρκες”). Σιγά σιγά άρχισε να στάζει. Από ένα σημείο και μετά άρχισα να βλέπω λιμνούλα στο χολ και σ’αυτό βοηθάει το πάτωμα δεν είναι επίπεδο αλλά έχει μια κλίση (πάλι καλά αλλιώς θα είχε νερά παντού). Νόμιζα λοιπόν πως έφταιγε ο πρόχειρος τοίχος που είχε φτιάξει ο νοικοκύρης στην προσπάθειά του να μετατρέψει μέρος του μπαλκονιού σε χολ. Νόμιζα δηλαδή πως το νερό έμπαινε από κάτω. Αλλά τις προάλλες διαπίστωσα πως, όταν βρέχει έξω, βρέχει και μέσα. 
Στη φωτογραφία δε φαίνεται πόσο σοβαρή είναι η “βλάβη” αλλά το καταλαβαίνω εγώ από τα νερά που μαζεύονται.
Πρέπει να φύγω απ’αυτό το σπίτι για να γλιτώσω από την αρρώστια των ανθρώπων του κέντρου της πόλης, τα σάπια υδραυλικά που ανά πάσα στιγμή θα πλημμυρίσουν τους τοίχους και μέχρι στιγμής κατάφεραν να κάνουν τα ντουλάπια της κουζίνας να γέρνουν, για να γλιτώσω από τα νερά της βροχής που μπαίνουν μέσα, γιατί η πολυκατοικία είναι ετοιμόρροπη, γιατί ξοδεύω έτσι κι αλλιώς πολλά για να το θερμάνω, γιατί η τουαλέτα είναι φρικτή στην όψη και ντρέπεσαι να βάλεις μέσα άνθρωπο, γιατί, γιατί, γιατί.











0 Responses to “Να φύγω!”